ἑτερόπορπος

ἑτερό-πορπος, ον, ([etym.] πόρπη)
A clasped on one side, of a woman's dress, Call.Fr.225.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερόπορπος — ἑτερόπορπος, ον (Α) (για γυναικεία εσθήτα) αυτός που έχει μία μόνο πόρπη, αυτός που κουμπώνει από τη μία μόνο πλευρά («ἔσκεν ὃτ ἄζωστος χἀτερόπορπος», Καλλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πόρπη] …   Dictionary of Greek

  • χἀτερόπορπος — ἑτερόπορπος , ἑτερόπορπος clasped on one side masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.